Saturday, October 06, 2007

Ο πεινασμένος παπάς

Picture by MOracz

Παρασκευή απόγευμα παρκάρει έξω από την εκκλησία.
Βιάζεται λίγο γιατί πρέπει να κάνει κάτι ψώνια ακόμα.
Η εκκλησία άδεια. Βλέπει ένα γραφείο στο βάθος, μέσα έχει φως.
Πλησιάζει στην πόρτα.


- Καλησπέρα!

- Έλα μέσα!, λέει μια φωνή.
- Ε, καλησπέρα σας (κοιτάει μέσα στο γραφείο... Ο παπάς κάθεται μπροστά από κάτι χαρτιά. Άσπρα μαλλιά, άσπρα γένια, άγριο βλέμμα. Φτου! Είναι ο ίδιος που πριν μερικούς μήνες τους είχε χτυπήσει το κουδούνι Σάββατο πρωί-πρωί για να κάνει ευχέλαιο. Του είχε κλείσει την πόρτα στα μούτρα. Ευτυχώς δεν την αναγνωρίζει...)
- Τι μου λες καλησπέρα απ'την πόρτα; Μπες μέσα!

- Καλά ντε! (ακούει τον εαυτό της να του λέει και πλησιάζει να του δώσει το χέρι. εκείνος την κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω ξαφνιασμένος που του 'αντιμίλησε') Γεια σας (της πιάνει το χέρι και την τραβάει να κάτσει στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο του)
- Πάντα έτσι είσαι;

- Πως έτσι;
- Έτσι με τσαμπουκά; Μπήκες εδώ μέσα σαν σίφουνας.
- Ναι, πάντα έτσι είμαι (του λέει και τον κοιτάει συνέχεια στα μάτια)
- Και δεν έχεις φάει ξύλο ακόμα;
- Τι ξύλο να φάω;
- Ε, δεν σε έχει δείρει κανένας ακόμα;

- Δεν έχει τολμήσει κανένας ακόμα...
(την ξανακοιτάει, κάτι πάει να πει, τον διακόπτει όμως εκείνη)
- Ακούστε, έχω κάτι παλιά ρούχα για να δώσω, αλλά το κουτί που είχατε έξω δεν υπάρχει πια.
- Τι ρούχα;
- Ρούχα. Για χάρισμα.
- Δικά σου;; (την κοιτάει ξανά από πάνω μέχρι κάτω)
- Ναι. Δικά μου.

- (μικρή παύση) Γυναικεία;;
- (Είναι σίγουρη ότι ήθελε να πει "εσώρουχα;" αλλά κρατήθηκε) Ε τι, αντρικά;

- Γιατί τα δίνεις;

- (Ε, παπά! Δεν είναι εκεί τα μάτια μου! Για κοίτα λίγο πιο ψηλά που σε κοιτάω...) Ε, γιατί είναι παλιά;

- Σε άσχημη κατάσταση;

- Όχι βέβαια. 2-3 χρόνια τα είχα. Καλά είναι.
- Δεν μαζεύουμε πλέον. Γεμίσαμε την αποθήκη με 250 τσουβάλια σαβούρα. 15 γυναίκες τα καθάριζαν επί δυο βδομάδες, είχε αρχίσει να βρωμάει, θέλαμε να τα πάμε στους πυρόπληκτους, τώρα δεν έχουμε χώρο για άλλα.
- Α, καλά. Νόμιζα ότι μαζεύατε ακόμα (πάει να φύγει. συνεχίζει και την κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω. Να του χώσει ένα ανάποδο χαστούκι και να το βάλει στα πόδια;;;)

- Αν ερχόσουν στην εκκλησία θα το ήξερες. Δεν πατάς ποτέ, ε;
- Όχι. Δεν πατάω.
(κάτι πάει να πει πάλι, χτυπάει το τηλέφωνο)
Ευχαριστώ, γεια σας! (και πριν προλάβει να της πει να βγάλει το βρακάκι της και να του κάτσει στα γόνατα, εκείνη έχει γίνει καπνός).

Labels: